Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020

Ένα ταξίδι ενδοσκόπησης και αυτογνωσίας

Ευχαριστώ παρά πολύ την εκλεκτή φιλόλογο Ιωάννα Λαρδίκου για τις καίριες φιλολογικές επισημάνσεις που αφορούν τη συλλογή μου, ενώ παράλληλα αναδεικνύουν και τη δική της επιστημονική αξιοσύνη. Ευχαριστώ θερμά και το περιοδικό fractalart για τη φιλοξενία της ομιλίας.

Ένα ταξίδι ενδοσκόπησης και αυτογνωσίας

Γράφει η Ιωάννα Λαρδίκου // *


«Εκεί που αναρωτιέσαι για πράγματα σημαντικά που τα κατάλαβες αργότερα, για πράγματα που ξαφνιάζουν κι ας γίνονται κάθε μέρα, για πράγματα που φοβήθηκες και απέφυγες, για πράγματα που μόνο τα ονειρεύτηκες,  κι έπειτα βλέπεις ότι χωρίς τις λέξεις τίποτα δεν αποκτά υπόσταση, εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση», γράφει ο Τίτος Πατρίκιος. Εκεί απάνω βρίσκει η ποίηση της Ελένης Χωρεάνθη τον καθένα μας, σαν αυθόρμητος επισκέπτης. Με όπλο τη μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας που χειρίζεται με καθαρότητα και ακρίβεια, επιβάλλεται με την ουσιαστικότητά της, εγείροντας τις άμεσες αισθήσεις μας και παρακινώντας μας να συνειδητοποιήσουμε τις διαφορετικές όψεις του εαυτού μας, πάντα σε διαλεκτική σχέση με το τοπίο που μας περιβάλλει.
Η «Σύνθεση σε ρε ελάσσονα» προσκαλεί σ’ ένα ταξίδι ενδοσκόπησης και αυτογνωσίας τον σύγχρονο άνθρωπο, ο οποίος συχνά παγιδεύεται στην περιπλοκότητα ενός κόσμου που δεν μπορεί να κατανοήσει. Η αμεσότητα της συλλογής αυτής λειτουργεί ως αντίδοτο, καθώς με τις αναπαραστάσεις της πραγματικότητας που προβάλλει, μας παροτρύνει να μπούμε κι εμείς στο νοερό διάλογο που οικοδομεί, με τις δικές μας αναπαραστάσεις, με ερωτήματα ή και απαντήσεις. Έτσι, το ατομικό βίωμα αποκτά καθολικές διαστάσεις σε μια ποίηση βαθιά ανθρωπιστική, που πραγματεύεται αρχετυπικές έννοιες, θεμελιώδεις εκδηλώσεις της ζωής, υπαρξιακούς προβληματισμούς αλλά και κοινωνικά αδιέξοδα, μέσα από τόπους και μορφές – σύμβολα που καθόρισαν την ελληνική φυσιογνωμία.
Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής και οι επιμέρους ενότητές της παραπέμπουν στη δομή μουσικής σύνθεσης (την κλασική τριμερή ή τετραμερή φόρμα σονάτα), που αποτελείται από τρία μεγάλα τμήματα, την έκθεση, την ανάπτυξη, την ανακεφαλαίωση και ένα συμπληρωματικό τέταρτο μέρος. («Τα προφανή», «Αποτυπώματα», «Σαν παλιά μουσική» και «Επίμετρο»).Τα μέρη αυτά αντιπροσωπεύουν την παρουσίαση του υλικού στην τονική βαθμίδα -εδώ στη μελωδική και νοσταλγική ρε ελάσσονα-, την επεξεργασία και τον εμπλουτισμό του θέματος με αντιθέσεις στην τονικότητα και, τέλος, την τροποποιημένη επανάληψή του στην αρχική κλίμακα. Στην προκειμένη περίπτωση, και στα τέσσερα μέρη κυριαρχούν ως  θεματικά μοτίβα ο χρόνος, ο έρωτας, ο θάνατος, η ελπίδα και η διάψευση, που επανέρχονται ανά τακτά διαστήματα στο τονικό κέντρο της σύνθεσης, εξασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη συνοχή της -ποτέ όμως ίδια και ποτέ σε στατική μορφή: πάντα συμπληρώνονται, αναδιατάσσονται, ανασημασιοδοτούνται και ανάγονται τελικά στον χώρο της δικής μας εμπειρίας, μέσα από μια διαδικασία δυναμική.
Το θέμα του χρόνου επενεργεί στον αναγνώστη με διαφορετικές κάθε φορά εκφάνσεις: άλλοτε σηματοδοτεί την τραγικότητα και μη αναστρεψιμότητα του συντελεσμένου («Αχ και να γύριζαν τα μακρινά εκείνα χρόνια πίσω/ πάνω στου μέλλοντός μας τις φτερούγες»), άλλοτε τη συνειδητοποίηση της αναπόφευκτης φθοράς («τα σπίτια χάνονται, λιώνουν σαν από κιμωλία οι άνθρωποι»,) κι άλλοτε την απογοήτευση από τη ματαίωση των ονείρων («αίμα πικρό ρέει στις φλέβες μου το πένθος των θλιμμένων οραμάτων»). Ωστόσο, ο χρόνος δεν δρα ισοπεδωτικά αλλά συχνά εμφανίζεται και ως προφητικός- παραμυθικός, ο οποίος, σε συνδυασμό με το ελληνικό τοπίο που λειτουργεί διαδραστικά, επηρεάζει και συνδιαμορφώνει το παρόν και το μέλλον του ανθρώπου. Έτσι, οι τρεις διαστάσεις του διαπλέκονται «στο τώρα στο αεί και στο ποτέ», δημιουργώντας μια ποιητική αχρονία, γεγονός που διευκολύνει την ελεύθερη και συνειρμική μας περιδιάβαση στον τόπο και το χρόνο.
Η επίκληση στους νεκρούς που αναβιώνουν μαζί με τα ποιήματα, εξυπηρετεί τη διέγερση της συλλογικής μνήμης, μέσα από τόπους θρυλικούς και τόπους μαρτυρίου που εμφανίζουν ιστορική συνέχεια (χαρακτηριστικό παράδειγμα γι’αυτό είναι οι “Εικόνες απ’ τη Χίο”). Αλλά και το θέμα της προσωπικής μνήμης ως πηγής πόνου χτίζεται πάνω στο έδαφος της απουσίας αγαπημένων προσώπων. Θα πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι εδώ δεν μιλάμε για ένα μαυσωλείο νεκρών όπου ο θάνατος, ως αναπόδραστη βεβαιότητα, έχει πιο σημαντικό μερίδιο από τη ζωή. Αντίθετα, εμφανίζεται και ως κίνητρο για τη διαμόρφωση μιας ανώτερης μορφής συνείδησης των αξιών (Ο στίχος «Αν δεν είχα ζήσει τόσους πολλούς θανάτους στη ζωή μου/ πώς θα μπορούσε να ανατείλει από μέσα μου το φως», αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη γενεσιουργό δύναμη του θανάτου, μέσα από ένα ταξίδι ενδοσκόπησης και αυτογνωσίας την αναμέτρηση του Εγώ με τον ίδιο του τον εαυτό). Γι’ αυτό και συχνά θάνατος και έρωτας παρουσιάζονται σε σύζευξη, αντιπροσωπεύοντας τις δύο οριακές καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, που είναι ικανές να υπερβούν το χρόνο. («Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας κι ο Χάρος», λέει ο Σολωμός, και η Χωρεάνθη απαντά: «Εμπρός ας συναντηθούμε σ’ ένα τελευταίο δείπνο/ τούτο εστί το σώμα μου το ερωτικό/ Δοσμένοι ολότελα στον εναγκαλισμό του αείρροου πάθους ως τη συντέλεια του αιώνα»). Ο έρωτας, πάλι, αντιμετωπίζεται από τη γυναικεία σκοπιά, με εστίαση πάντα εσωτερική, είτε ως προσδοκία είτε ως ματαίωση.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο δεύτερο και τρίτο μέρος αλλά και στο επίμετρο αποκλειστικά, δεσπόζουν γυναίκες-φορείς γνήσιου πολιτισμού, με τους πολλαπλούς ρόλους που επεφύλασσε ή και αξίωνε γι’αυτές η κοινωνία στο πέρασμα των χρόνων: πρότυπα ομορφιάς, σύνεσης και αυτοσυγκράτησης («Ναυσικά»), ηρωίδες που αγωνίστηκαν για ιδανικά και συγκρούστηκαν με τις στερεοτυπικές αντιλήψεις της εποχής («Μαντώ Μαυρογένους»), βίοι ελάσσονες, αφανείς μορφές της καθημερινότητας που κατάφεραν να επιβάλουν τη διαφορετικότητά τους στον σκληρό κόσμο που τις περιέβαλλε («Ευαγγελία»), με επιστέγασμα, φυσικά, τη μήτρα όλων, την εμβληματική παρουσία της αρχετυπικής «Μάνας», που με αυταπάρνηση στάθηκε με «λυπημένη περηφάνια», «χωρίς δικαίωμα στη ζωή κανένα, δίχως προορισμό ατομικό κανένα, χωρίς “Εγώ” και δίχως “Θέλω”» ως συνεκτικός κρίκος της οικογένειας και κεντρικός άξονας αναφοράς σε όλη την ελληνική παράδοση.




Τέλος, από μια προσέγγιση της ποίησης, στην οποία το κυρίαρχο ζητούμενο είναι ο άνθρωπος σε όλες τις εκφάνσεις της ύπαρξής του, δεν θα μπορούσε να απουσιάζει το κοινωνικό στοιχείο. Η ποιήτρια στέκεται κριτικά απέναντι στη διαρκή πάλη του σύγχρονου ανθρώπου μέσα σ’ ένα ευάλωτο κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο, στηλιτεύοντας άλλοτε το λόγο μιας διεφθαρμένης εξουσίας, (το λόγο «των αδίστακτων εμπόρων ιδεών/ των πάσης φύσεως μεταπρατών/και μεταποιητών ιδεωδών) και άλλοτε τον ατομισμό, το δίκαιο της πυγμής και το έλλειμμα ανθρωπιάς («Εικόνα τρόμου/κοινωνία εξαρθρωμένη σε σήψη/ καταρρέει παραπατώντας τρεκλίζοντας στα σταυροδρόμια του φόβου/ αγάπη δε μη έχον/ το ανθρώπινο σύμπαν κωφεύει»).
Κατά την ανάπτυξη των βασικών μοτίβων της σύνθεσης, η συνομιλία της Ε. Χωρεάνθη με την ελληνική γραμματεία σε όλη της τη διαχρονία είναι άλλοτε προφανής, μέσα από αποσπάσματα που μπαινοβγαίνουν με φυσικότητα ως κόσμοι ανοικτοί στα ποιήματά της και άλλοτε υπαινικτική, επιβεβαιώνοντας με τον πιο δημιουργικό τρόπο ότι «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας». Στον ίδιο διαχρονικό άξονα κινούνται και οι επιλογές των λέξεων, με μια διατύπωση λειτουργικά ζυγισμένη και άρρηκτα δεμένη με το γλωσσικό και εξωγλωσσικό περιβάλλον, που συνιστά τη δική της ιδιαίτερη «ποιητική γραμματική». Ομηρική, αττική διάλεκτος, γλώσσα της Αγίας Γραφής, γεωγραφικές και κοινωνικές ποικιλίες της κοινής νεοελληνικής, «ταξιδεύουν στους αιώνες» και  συνυπάρχουν αβίαστα στον ίδιο στίχο, δημιουργώντας μια σειρά από γέφυρες, που συνδέουν βιωματικά τον αναγνώστη με την ένταση και την έκταση της ίδιας του της γλώσσας και με την κοσμοαντίληψη που αυτή εκφράζει. Η δε υποτυπώδης παρουσία στίξης αποδεσμεύει από μία προβλέψιμη και προκαθορισμένη ερμηνεία, δημιουργώντας σιωπές τόσο εύγλωττες, που κάποιες φορές θα μπορούσαν να συναγωνιστούν ως προς την πολυσημία τους ακόμα και την ίδια τη γλώσσα. Αυτή τη γλωσσική δημιουργικότητα  χρησιμοποιεί η Ελένη Χωρεάνθη ως όχημα που θα μας οδηγήσει σε οικεία μέρη, απευθυνόμενη σε όλους μας, όχι μόνο στους  ειδότας αλλά και στους απείρους, να ανακαλύψουμε κλιμακωτά – να βλέπουμε, να διαβλέπουμε και να μαντεύουμε όπως θα ‘λεγε και ο Παπαδιαμάντης- το φανερό και το λανθάνον νόημα των λέξεων μιας πραγματικά άρτιας αρχιτεκτονικά σύνθεσης.


* Πρόκειται για το κείμενο ομιλίας της φιλολόγου Ιωάννας Λαρδίκου, που διαβάστηκε στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής “Σύνθεση σε ρε ελάσσονα”, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 2019, στο Polis Art Cafe.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου