Νυχτερινή Πτήση στα πέτρινα χρόνια.
«Με τις ουλές στους τοίχους από τις εκτελέσεις».
Γράφει η Χρυσούλα Σπυρέλη // *
Ελένη Χωρεάνθη: “Αγορασμένη ζωή– Διηγήματα”, Εκδόσεις 24 Γράμματα / Γιώργος Δαμιανός, Αθήνα 2021, σελ. 376
«Νυχτερινή Πτήση» είναι ο τίτλος του πρώτου από τα 42 κατά σειρά διηγήματα που περιέχονται στο βιβλίο της Ελένης Χωρεάνθη, Αγορασμένη ζωή (εκδόσεις 24 Γράμματα / Γιώργος Δαμιανός, Αθήνα 2021). Σκέφτηκα να επικεντρωθώ σε αυτό το διήγημα διότι όσες φορές κι αν το διαβάσω έχω την αίσθηση ότι ένα είδος κινηματογραφικής γραφής με παρασύρει να δω ξανά και ξανά τα πλάνα, να αφουγκραστώ τους ήχους και τις φωνές που τα πλαισιώνουν, καθώς πρόκειται για την αναπαράσταση μια ιστορικής τραυματικής εμπειρίας που παραπέμπει στην «ηθική της μνήμης».
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση σε συνάρτηση με την εξαιρετική «εσωτερική σκηνοθεσία» προσδίδουν μια δραματικότητα η οποία εντείνεται όσο διαπιστώνουμε ότι η ατομική περιπέτεια της αφηγήτριας δεν είναι παρά μια όψη της συλλογικής. Οι δείκτες αυτής της συλλογικότητας πιστοποιούνται και εντός του κειμένου παρόλο που η πλασματικότητα είναι δεδομένη, αφού εξαρχής επικαλείται ένα φανταστικό ταξίδι στο παρελθόν αλλά ταυτόχρονα συνομιλεί με το άγνωστο μέλλον.
Όσα αφηγείται είναι κυρίως γεγονότα, βιώματα και μνήμες από την δεκαετία του 1940 και τα μετεμφυλιακά χρόνια που ανεξίτηλα σημάδεψαν τη γενιά της. Ήδη στο μυθιστόρημά της, Η Σκοτεινή Αποθήκη (Δόμος, 2000), αφηγητές και ήρωες κινούνται στον ίδιο χωροχρόνο της γενέθλιας γης. Τώρα, όμως, στο διήγημα που επιλεκτικά εστιάζουμε, οι μνήμες λαγαρισμένες αποτυπώνονται σε διακριτές εικόνες με κέντρο εμφατικό, εν είδει ονείρου, τον τόπο της ομαδικής εκτέλεσης των 120 στο Αγρίνιο του 1944.
Ο βιωματικός λυρικός και στοχαστικός λόγος της Ελένης Χωρεάνθη, πολλαπλά εκφρασμένος και στο ποιητικό της έργο, διαχέεται με ένα μοναδικό τρόπο στη «Νυχτερινή Πτήση». Κάποιες φορές νοιώθεις ότι βρίσκεσαι σε ένα ακροατήριο κι ακούς ένα δραματικό μονόλογο που μάλλον στοχεύει με συνειρμούς και αναμνήσεις να αποδώσει σκέψεις και συναισθήματα, τα οποία θέλει οπωσδήποτε να μοιραστεί, αλλά δεν είναι εύκολο να εκφραστούν με άλλη λογική, υπαινικτικά ή φευγαλέα.
![]()
Το ταξίδι προσδιορίζεται με στοιχεία φανταστικά. Ένα έκτακτο δρομολόγιο άρχισε και περατώθηκε «για πρόσφυγες προς Ωγυγία – Ατλαντίδα – Ουτοπία ακολουθώντας τους ανέμους καταπώς οδηγούσε ο καιρός, πλέοντας στην ίσαλη γραμμή που χάραζε το πλοίο» (σ. 12). Υπαρξιακά ερωτήματα φωλιάζουν στις λέξεις που περιγράφουν τον προορισμό ακολουθώντας τους ανέμους… Η σκηνογραφία της αναχώρησης αφήνει τον αναγνώστη να φανταστεί τα προσδοκώμενα και τα απροσδόκητα της διαδρομής. Εκεί ακριβώς εμφανίζονται τα πρόσωπα που σηματοδοτούν έντονα την αναγκαία απόδραση από τον ασφυκτικό κλοιό ενός επαρχιακού τόπου και μιας εποχής που σε διώχνει για να ζήσεις. Η σκηνοθεσία εξαιρετικά δραματική με απρόβλεπτες οπτικοακουστικές εναλλαγές.
Προβάλλει πρώτα η μορφή της μάνας. Αποχαιρετά τα παιδιά της, που φεύγουν για τη μεγάλη πόλη, ανεμίζει το μαύρο κεφαλομάντηλο του πένθους ενώ αμέσως στρέφει και στυλώνει το μητρικό της βλέμμα «στον μαντρότοιχο με τις ουλές από τις εκτελέσεις» (σ. 12). Η αφηγήτρια αναδεύει τους καταλαγιασμένους εφιάλτες της μεταπολεμικής ελληνικής επαρχίας και δυναμώνει το λόγο της όσο αισθάνεται να την περικυκλώνει το όνειρο το απατηλό εκείνης της φυγής. Πίσω τα άνυδρα καπνοχώραφα της γενέθλιας γης κι ο ζωντανός ο χωρισμός σα μοιρολόι. Μπροστά οι δρόμοι της μεγάλης πολιτείας μες την πυκνή ομίχλη μιας διαρκούς δοκιμασίας.
Η θυελλώδης εικονοποιία κόβει την αναπνοή μας. Γυναίκες, άνδρες και παιδιά, εξαθλιωμένοι από τον πόλεμο και την ανέχεια μπαίνουν στη γραμμή να πάρουν «τα καλούδια», τα σταλμένα «από τη Βενετιά». Με την απαρίθμηση των προμηθειών (τρόφιμα, κυρίως, και ρουχισμό που διένειμαν οι εκπρόσωποι της UNRRA στο διάστημα μεταξύ Απρίλιου 1945 και Μαΐου 1947), αναπαριστάται μια ακόμη όψη της γενιάς των πέτρινων χρόνων που ακολούθησαν μετακατοχικά. Και η μνήμη πληγωμένη από τις συμφορές του πολέμου ανασύρει ταυτόχρονα το ιστορικό γεγονός της εκτέλεσης, προσδιορίζοντας πλέον τον χρόνο και τον τόπο του μαρτυρίου…
«Έφεραν γάλατα, ψωμιά, τυρί […] γιατροσόφια κι επιδέσμους έφεραν να δέσουν τις πληγές των λαβωμένων, να μπαλσαμώσουν και τις ουλές στους τοίχους από τις εκτελέσεις. Και σταυρούς κουβάλησαν για τους νεκρούς και τους εσταυρωμένους που εκτελέστηκαν Μεγαλοβδόμαδο, Παρασκευή Μεγάλη στην Αγία Τριάδα στο Αγρίνιο» (σ. 14).
Στο σημείο αυτό ο αναγνώστης διαισθάνεται την τραγική διάσταση της ιστορικής αλήθειας. Ξημερώματα της Μεγάλης Παρασκευής του 1944 οι Γερμανοί, με τους ντόπιους ταγματασφαλίτες συνεργάτες τους, απαγχόνιζαν πρώτα στους φανοστάτες της Κεντρικής Πλατείας του Αγρινίου τρεις από τους 120 που επέλεξαν για τη μαρτυρική θυσία: τον Πάνο Σούλο, τον Αβραάμ Αναστασιάδη, τον Χρήστο Σαλάκο. Αμέσως μετά έστηναν τους υπόλοιπους στη γραμμή (ανάμεσά τους και μια γυναίκα) και τους τουφέκιζαν έναν – έναν στο μαντρότοιχο του νεκροταφείου της Αγίας Τριάδας.
Η σκηνογραφία του τοίχου με τις «ουλές», επανεμφανίζεται στη συνέχεια της αφήγησης και, καθώς συμπληρώνεται αίφνης με όλες τις ψυχές των αδικοχαμένων, λαμβάνει διάσταση μεταφυσική. «Και πολλοί ξεγελάστηκαν νεκροί και βγήκαν από τους τάφους. Και κρεμάστηκαν στον τοίχο ένας κόμπος, αλυσοδεμένο σμάρι» (σ. 14).

Ελένη Χωρεάνθη
Είναι εμφανές ότι η αφήγηση μιας υπερβατικής εμπειρίας που αναπτύσσεται στο σημείο αυτό δεν είναι παρά ένας εσωτερικός μονόλογος με τον οποίο η αφηγήτρια ανακαλεί οραματικές σκηνές παρόμοιες με τις συμβολικές παραστάσεις της Αποκάλυψης.
«Άνοιξε η στέγη του ουρανού και έγειρε το Σύμπαν προς το Χάος. Κι αναστηθήκανε οι εκτελεσμένοι και κάθισαν ολόγυρά μου στα χαλίκια κι απάνω στην καρδιά και στο μυαλό μου» (σ. 14).
Στην σύναξη των αναστημένων εμφανίζονται σε αλλεπάλληλα πλάνα οι «προαιώνιοι νεκροί», αλλά και οι πεσόντες στο Αλβανικό μέτωπο, μαζί και ο γέροντας πατέρας, μη εξαιρουμένων κα όλων εκείνων που είχαν πέσει στα πεδία των μαχών. Άλλοι με ρούχα γιορτινά και κάποιοι τυλιγμένοι με το σάβανό τους. Διακριτές με τα βαφτιστικά τους ονόματα προστίθενται και χαρακτηριστικές μορφές γυναικών, όπως η Σοφούλα, η Επονίτισα, πεθαμένη στα 17 της, στον Εμφύλιο, από χτικιό, μετά η Δαφνούλα και η δίδυμη αδελφή της, η Κωστούλα, «κι οι δυο σε μια βδομάδα από ασιτία», η Φώταινα, η θειά Αλέξω κι άλλες βασανισμένες… Η αξιοπρόσεκτη για τον αναγνώστη εικόνα είναι ο τραγικός χορός των αναστημένων, που σέρνουν τα βήματά τους προς τον τοίχο εκείνο των εκτελέσεων. Όλοι, δηλαδή, οι νεκραναστημένοι, πριν ξαναμπούν στο χώμα «άγγιξαν τις ουλές στους τοίχους με τα δάχτυλα κι ύστερα τράβηξαν τον ανήφορο κατά το μέρος των ψυχών» (σ. 15).
Η επαναφορά στο κόσμο τον πραγματικό συντελείται με οπτικοακουστικές αντιπαραθέσεις απρόβλεπτες. Τη βιβλική ηχητική εικόνα του «τριγμού» μετά το μεσονύχτι «που σκόρπισαν συν δυο συν τρεις, έτσι όπως είχαν έρθει οι νεκροί», την διαδέχεται η πανοραμική κίνηση των άστρων που κατεβαίνουν και κάθονται πάνω στα μνήματα και τους σταυρούς. Αίφνης από τη χαραμάδα της παιδικής μνήμης προβάλλει ο Χριστάκης, το δεκάχρονο αγόρι που έγινε λιώμα, καταμεσήμερο στη δημοσιά, τότε, το 1948, «κάπου εκεί μπροστά στου Ματζανά». «Ήμασταν όλα τα παιδιά της γειτονιάς και παίζαμε το “φέγγαρο” στο χωματόδρομο. Δεν ξέραμε πως ο θάνατος έρχεται κι από τις ρόδες ενός φορτηγού» (σ.16).
![]()
Είναι ιδιαίτερα ξεχωριστό διήγημα η «Νυχτερινή Πτήση» της Ελένης Χωρεάνθη. Διάστικτο με ανεξίτηλα τα αποτυπώματα της ατομικής και συλλογικής μνήμης: Πόλεμος 1940, Κατοχή, πείνα, εμφύλιος, εκτελέσεις, αναγκαστικός εκτοπισμός, μετανάστευση, αργόσυρτα βήματα ανάκαμψης. Η συγγραφέας σκηνοθετώντας θαυμάσια το μονόλογό της επιλέγει φως στην έναρξη και στη λήξη. Στο ενδιάμεσο πρωταγωνιστούν η ζωή και ο θάνατος. Η πάλη της μνήμης ενάντια στη λήθη. Η σκηνή κλείνει την ώρα που ανατέλλει ο Ήλιος. Πάνω το Κάστρο της γενέτειρας Παραβόλας και κάτω η λίμνη της Τριχωνίδας με τα «γαλήνια, γαληνά νερά της» (σ. 17). Η νοητή επάνοδος στο γενέθλιο χώμα και ο αφορισμός του πολέμου…
* Η Χρυσούλα Σπυρέλη σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Είναι διδάκτωρ της λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα και οι δημοσιεύσεις της επικεντρώνονται σε θέματα νεοελληνικής λογοτεχνίας. Έχει, επίσης, εκδώσει τέσσερεις ποιητικές συλλογές: 1) Τηλεφάος (Ιδιωτική Έκδοση, 2002), 2) Χρωματιστές ενδείξεις (Γαβριηλίδης, 2011), 3) “Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρa” (Γράμμα, 2015), 4) Οι στίχοι της ανήλιαγης, (Γαβριηλίδης, 2019). Βλ. https://biblionet.gr
Ελένη Χωρεάνθη: “Αγορασμένη ζωή– Διηγήματα”, Εκδόσεις 24 Γράμματα / Γιώργος Δαμιανός, Αθήνα 2021, σελ. 376
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου