Ελένη Χωρεάνθη: Η Σιωπή των Αμνών
Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος
Αθήνα, 2012
Του Γιώργου Κρόκου
Μετά την παρένθεση των δύο εξαιρετικών
πεζογραφημάτων της, «Άρωμα Μαστίχας» (2009) και «Σάτυρος Έρως» (2010) που
εξέδωσε η ποιήτρια Ελένη Χωρεάνθη, επανέρχεται στον οικείο της χώρο της ποίησης
με την κυκλοφορία της δέκατης ποιητικής της συλλογής «Η Σιωπή των Αμνών».
Θα ήταν κοινοτοπία να μιλήσουμε για ώριμη,
ολοκληρωμένη ποίηση, γιατί απ’ τα χρόνια της «Μυρρίνης», των «Εποχών της Εύας»,
των «Ωρών του Ερωδιού», των «Νυχτών της Βροχής» και άλλων ποιητικών συλλογών,
έχει φτάσει τα ποιητικά της οράματα και μας έχει δώσει μια δυνατή σε εύρος και
ποιότητα ποίηση που αγγίζει το συναίσθημα, επηρεάζει τη σκέψη, τέρπει και
προβληματίζει εκείνον που θα τη διαβάσει. Αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε είναι
πως πρόκειται και πάλι για μια ιδιαίτερα προσεγμένη ποιητική δουλειά με
ποιήματα τα οποία, πέρα απ’ την αστείρευτη έμπνευση που τα διακρίνει, την
ποιητική τους σχηματική και τον διαρκή λυρικό τους λόγο, στους στίχους τους
κάνουν και μια σειρά πικρές επισημάνσεις, αναλύσεις, δεικτικούς σχολιασμούς για
όσα συμβαίνουν στους καιρούς μας, τα οποία πολιορκούν και καταδυναστεύουν τους
απλούς ανθρώπους που καμιά ευθύνη δεν έχουν κι αυτά οδηγούν τη χώρα μας σε
αδιέξοδες και επικίνδυνες καταστάσεις.
Τα είκοσι τρία ποιήματα της «Σιωπής των
Αμνών», γραμμένα τα περισσότερα απ’ το 2008 και μετά σε ελεύθερο στίχο,
αποτελούν μια ενότητα, ενώ στο τέλος εντάσσονται στη συλλογή άλλα οκτώ με τον
τίτλο «Παραλειπόμενα». Ερχόμενοι σε επαφή με την ποίηση της Ελένης Χωρεάνθη,
απ’ τους πρώτους στίχους νιώθουμε μια ξεχωριστή ικανοποίηση και παρασυρόμαστε
στο δικό τους ποιητικό ρυθμό. Η ποίησή της, εκτός απ’ τα ποιητικά σχήματα, τις
εικόνες και το γλαφυρό λυρικό λόγο, περιλαμβάνει και σκέψεις, νοήματα,
κεντρίσματα και στοχοποιήσεις για προβλήματα που απασχολούν τον άνθρωπο τόσο
διαχρονικά όσο και, το κυριότερο, σήμερα. Μέσα στους στίχους τους διακρίνουμε
μια μελαγχολική επισήμανση της ψυχικής μοναξιάς του σύγχρονου ανθρώπου και μια
συνεχή εσωτερική πορεία αυτογνωσίας που αποκαλύπτει ενοχές, λάθη, παραλείψεις,
ανακολουθίες. Οι αναφορές στους διαλυτικούς καιρούς των τελευταίων δεκαετιών
είναι συχνές, καιρούς δίχως μνήμη και σεβασμό σε αξίες και ιδανικά, γεμάτους
αδικία και ανεπανόρθωτες συμπεριφορές. Στα σημερινά προβλήματα της πατρίδας, με
τις απανωτές κάθε λογής θυσίες των πολιτών της και μελλοντικά χρόνια χωρίς
ελπίδα και προοπτική, στοχεύουν αρκετά απ’ τα πιο βασικά ποιήματα της συλλογής.
Αλλού παρουσιάζονται νοσταλγικά μνήμες απ’ το οικογενειακό περιβάλλον των
παιδικών και νεανικών χρόνων, απ’ το φυσικό τοπίο της γενέτειρας – στενής και
ευρύτερης – κι άλλες μνήμες για αγαπημένα πρόσωπα που έφυγαν απ’ τη ζωή. Στα
ποιήματα «Απάντηση σ’ ένα ποίημα» και «Ικεσία» εκφράζονται ιδέες και εκτιμήσεις
για την ποίηση, ενώ η παράθεση στην αρχή αρκετών ποιημάτων, αποσπασμάτων από
τις γραφές, τις προφητείες, τους ψαλμούς, το δημοτικό τραγούδι, προσδίδει μια
άλλη διάσταση στα ποιήματα της συλλογής, τα κάνει περισσότερο προσιτά και
αφομοιώσιμα.
Ας προσπαθήσουμε όμως να πλησιάσουμε τους
επιμέρους στίχους των ποιημάτων της Ελένης Χωρεάνθη για ν’ αποκαλύψουμε κάποια
απ’ τα ποιητικά σύμβολα που τα συγκροτούν. Στην «Επίγνωση», το πρώτο ποίημα της
συλλογής, ένας εσωτερικός μονόλογος και μια πορεία της ποιήτριας στα ενδότερα
του ψυχισμού της αποκαλύπτουν θύμησες από μια συνεχή περιπλάνηση του νου και
της ψυχής: «Πόσες φορές ξενύχτησα μες στην ψυχή / τρέχοντας πίσω από όνειρα –
φτερά στον άνεμο - / ψαύοντας τις ουλές των πληγωμένων δέντρων στα σκοτεινά των
παρυφών της λύπης / σμιλεύοντας ιερογλυφικά στα κράσπεδα της αδικίας». Ποίηση
πηγαία, δυνατή, που μπαίνει κατευθείαν στο είναι του διαβαστή της
διαρρηγνύοντας τους αρμούς δέκτες του. Μια περιπλάνηση στο χρόνο και στο
όνειρο, στους χαλεπούς καιρούς, στους αιώνες με βροχή, που βοηθά τη γνώση,
αποτελεί και το δεύτερο ποίημα με τίτλο τη βιβλική ρήση «Κρανίου τόπος». Το
«Μοιρολόι» που ακολουθεί είναι μια ποιητική ελεγεία για τον αγαπημένο αδελφό
πού’ φυγε ξαφνικά απ’ τη ζωή κι αναπαύεται στα σπλάχνα της μητέρας γης. Αυθεντικοί
λυρικοί στίχοι στους οποίους τα δάκρυα ημερεύουν το τοπίο των νεκρών, η θλίψη
ντύνεται τη σφραγίδα της υπομονής κι οι μνήμες αυτών που μένουν γλυκαίνουν με
τη βλάστηση νέων ζωών. Στη «Σιωπή του Αόρατου» η απόλυτη σιωπή κυριαρχεί σ’
έναν κόσμο που δεν ξεχωρίζει το ορατό απ’ το αόρατο, το αίμα στεγνώνει στους
χώρους του μόχθου, τα ποτάμια στερεύουν και το σύθαμπο μεγεθύνει τους ίσκιους
των νεκρών, ενώ ο τροχός του μύλου αλέθει τις σάρκες των λαών για το συμπόσιο
των όρνεων κι οι ηγεμόνες ενταφιάζουν της μνήμη της ιστορίας: «Κι ο τροχός τα
δόντια του ακονίζοντας στη βία / σάρκες αλέθει των λαών / για το συμπόσιο των
ορνέων που ετοιμάζουν οι φρουροί». Ποιήματα όπως «ο επιούσιος άρτος», «Προβληματισμός», «Το
γλέντι», «Η Σιωπή των αμνών» που δίνει και την ονομασία της ποιητικής συλλογής
κ.ά. είναι εμβληματικά της σημερινής οικονομικής και ηθικής κρίσης. Σ’ αυτά,
μέσα από υπέροχα ποιητικά σχήματα γίνονται σαφείς αναφορές στην κατάσταση που
μαστίζει τη χώρα μας: «Το σκαρί ετοιμόρροπο οδεύει στο άγνωστο / κωπηλάτες
άπραγοι, νωθροί κι ανειδίκευτοι / κυβερνήτες ανύπαρκτοι, ανίδεοι κι άτολμοι /
αφιονισμένοι καθεύδουν στην πρύμνη / βυθισμένοι στης μακαριότητάς τους το
χαύνος / ροκανίζουν αδιάφοροι της εξουσίας το αύριο.
Το ξέσπασμα βαθιάς πικρίας και περίσκεψης
συνεχίζεται με αλεπάλληλες έξοχες ποιητικές φόρμες, όπως το φως φεύγει νωρίς κι
οι κεραυνοί του σκοταδιού πέφτουν ανελέητα ή ο χρόνος βιάζει για μια
συναρμολόγηση των μελών μας πριν πέσει η αυλαία της απόφασης και μείνουμε
οριστικά στην καταπακτή του ολέθρου ή με το μακάβριο γλέντι των τρελών χρόνων
να πλησιάζει στο τέλος του κι οι λαοί σερνόμενοι για αιώνες στο ακούσιο πάθος,
με το σταυρό στον ώμο τους πλησιάζουν στην κορφή του σύγχρονου Γολγοθά σ’ έναν
κόσμο γεμάτο σταυρούς και σταυρωτές. Στη «Σιωπή των Αμνών» οι επισημάνσεις και
ανησυχίες της ποιήτριας κορυφώνονται δημιουργώντας μια ποίηση με κοινωνικές και
πολιτικές προεκτάσεις, μια ταξική στρατευμένη ποίηση. Έτσι η χώρα με τα
φημισμένα κάστρα βυθίζεται στο βάραθρο της υποτέλειας, οι καλές προθέσεις
αργοπεθαίνουν κι οι προσπάθειες ανάνηψης ακυρώνονται από άβουλους άρχοντες και
νωθρούς ηγεμόνες. Το αείποτε κλέος των Ελλήνων ταξιδεύει με ψευδεπίγραφα
διαβατήρια κι ακάλυπτες επιταγές πατριωτισμού, κάτω από μια επικίνδυνη
ελεημοσύνη των φίλων: «Οι ξαφνικές βροχοπτώσεις των αισθημάτων / οι όψιμες
τύψεις μεταμέλειας / οι άκαιρες αναλήψεις ευθυνών / τα πολυκαιρισμένα οράματα
ανεγκέφαλων ταγών / τρομάζουν την ένοχη σιωπή των αμνών».
Συνεχίζοντας την προσέγγιση των ποιημάτων
της συλλογής, στο ποίημα «Ένας μονόλογος με τη βροχή» διαπιστώνουμε πως μέσα
απ’ αυτόν περνάει η γεμάτη σκεπτικισμό περιήγηση μιας πορείας γεμάτης εσωτερική
βροχή τις άβολες νύχτες, συνέπεια μιας ανεξήγητης θλίψης, όταν σαν πουλιά οι
ελπίδες ραμφίζουν τα όνειρα στη μάταιη προσπάθειά τους να εμποδίσουν το
ρούφηγμα του ψύχους απ’ το δέρμα της καρδιάς. «Τα όμορφα και τα’ ακριβά», ένα
εξαιρετικό ποίημα καβαφικής φιλοσοφίας και σεφερικής δομής, θα μας πει πως δε
βγαίνουν στο σφυρί ανεκτίμητα αγαθά και κειμήλια, όπως το παρελθόν, τα μάρμαρα,
τα ιδανικά, η ομορφιά, η τιμή κι η αξιοπρέπεια, γιατί οι άρπαγες κι οι
τυμβωρύχοι ελλοχεύουν αδίστακτοι κι ακόμα πως οι ηγεμόνες κι οι ισχυροί με
λογής τεχνάσματα σέρνουν τους άμοιρους λαούς σαν πασχαλινούς αμνούς στη σφαγή,
φροντίζοντας να κυβερνούν τον κόσμο οι νάνοι. Άλλο ένα ποίημα καβαφικής
θεώρησης και μεγαλοπρέπειας με πολιτικές προεκτάσεις είναι «Η διδαχή του
σώματος». Το από καιρό στα αζήτητα του νεκροτομείου σώμα, στο οποίο ασελγούν
βέβηλα νυστέρια για να ξεδιαλύνουν δήθεν τα αίτια του θανάτου είναι η χώρα και
το αντιφατικό πόρισμα των ειδημόνων απεικονίζει τους σοφούς που η ψεύτικη σοφία
τους δεν προσφέρει τίποτα. «Η μάνα η χωριάτισσα», πηγή ζωής, δύναμης, στοργής
και φροντίδας, απ’ τα καλύτερα ποιήματα πού’ χουν γραφτεί για το πολυαγαπημένο
πρόσωπο της μάνας, μ’ ένα ξεχείλισμα λυρισμού, αυτογνωσίας κι αναγνώρισης της
προσφοράς, αποδίδει σε τέλειο βαθμό όσα οφείλονται σ’ αυτήν: «Η μάνα ήταν
όμορφη… / κι ακόμα τη δουλεύτρα / θρηνούσε πάνω απ’ τα μνήματα των παιδιών / κι
ανέμιζαν μεταξωτές οι πίκρες κι οι λαχτάρες της / πλεγμένες στα χρυσόξανθα
μαλλάκια της». Σπουδαίο ποίημα κι οι εικόνες με σπάνια ποιητικά σύμβολα, μέσα
απ’ τα οποία αναδύονται η αποτίμηση κι ο λογισμός για παλιά και σημερινά: «Τώρα
οι κλώνοι του μεσημεριού λυγίζουνε / στην απροσδόκητη ανατομία του οράματος /
κι ο επιούσιος χρόνος άοπλος / ακροβατεί στα δίχτυα της αράχνης / πίσω απ’ τα
κελιά των ευσεβών / και τα ησυχαστήρια των δικαίων / στην άκαρπη ισορροπία των
όψιμων αμφιβολιών.» Εξαιρετικό ποίημα κι η «Χρυσόθεμις», η αδικημένη απ’ τη
μυθολογία και την ποίηση των αρχαίων ποιητών κόρη του Αγαμέμνονα που ζει στο
περιθώριο των μύθων.
Με τα τρία ποιήματα χωρίς τίτλο, γεμάτα
παιδικές και νεανικές μνήμες απ’ τον οικογενειακό χώρο και το φυσικό τοπίο της
γενέτειρας ολοκληρώνεται η συλλογή. Ακολουθούν τα «Παραλειπόμενα», εφτά
ποιήματα γραμμένα παλιά στη Λήμνο, όπου δούλεψε νεαρή δασκάλα η Ελένη Χωρεάνθη,
στα χρόνια των «Λίγων Λουλουδιών» και της «Πολιόχνης», πρώτων συλλογών της
ποιήτριας και ένα ποίημα γραμμένο την επομένη της 21ης Απριλίου
1967. Οι νεανικοί στίχοι των ποιημάτων της Λήμνου προαναγγέλλουν τη μετέπειτα
ποιήτρια ενώ στο προφητικό ποίημα για την 21η Απριλίου του ’67 αποδίδεται
η πικρή γεύση μιας νέας πραγματικότητας με την ακινησία της σκέψης που
καθηλώνει το λογισμό και φέρνει τον πνευματικό εγκλωβισμό και τη φίμωση.
Είπαμε και στην αρχή πως τα ποιήματα της
Ελένης Χωρεάνθη είναι σημαντικά και συγκροτούν μια γνήσια υψηλού πνευματικού
βεληνεκούς ποίηση. Δημιουργήματα μιας χαρισματικής ποιητικής φλέβας που για
πενήντα περίπου χρόνια αφήνει το γάργαρο, γνήσιο και καθαρό ποιητικό της λόγο
να ρέει, μαζί μ’ εκείνα που έχουν προηγηθεί, αποτελούν μια σοβαρή ποιητική προσφορά
στην ελληνική γραμματεία. Η Ελένη Χωρεάνθη ακολουθώντας με επιμονή, συνέπεια
και χωρίς παρεκκλίσεις τον ανηφορικό ποιητικό δρόμο που η ίδια επέλεξε να
υπηρετήσει, ανεβαίνει σταθερά τα σκαλοπάτια του προσφέροντας μοναδική τέρψη με
την ποίησή της.
Γιώργος Κρόκος
Δημοσιεύτηκε στο diastixo, 12-9-2012
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου