Η διττή υπόσταση της γραφής
Γράφει η Ελένη Παπανδρέου //
Ελένη Χωρεάνθη «Αγορασμένη ζωή», εκδ. 24 Γράμματα
Η νέα συλλογή διηγημάτων της γνωστής συγγραφέως και ποιήτριας Ελένης Χωρεάνθη υποκρύπτει με τον τίτλο «Αγορασμένη ζωή» μία δήλωση. Στα 42 διηγήματα του βιβλίου το δανεικό της ανθρώπινης ύπαρξης αποπληρώνεται με μικρά καθημερινά δράματα. Οι πρωταγωνιστές της, πλάσματα άλλοτε εύθραυστα και άλλοτε δυναμικά, καλούνται να ανταλλάξουν τη ζωή του σήμερα με τις ψευδαισθήσεις ενός παρελθόντος που ξάφνου γίνεται αιχμηρό ή με τις αναδυόμενες φαντασιώσεις ενός ονειρικού μέλλοντος. Το τίμημα της ζωής αιωρείται από ιστορία σε ιστορία και διεκδικεί τον εαυτό του μέσα από αποκαλύψεις, τυχαία γεγονότα, ξεριζωμούς, υποψίες, πόθους ή ονειροφαντασίες. Όλα καταλήγουν σε μικρούς «θανάτους» που στοιβάζονται στην πρόσοψη μιας καθημερινότητας, εκεί δηλαδή όπου στο όνομα ενός πνιγηρού παρόντος τα πρόσωπα των διηγημάτων θυσιάζουν τη ζωή τους, εξαργυρώνοντας με αυτό τον τρόπο το παρελθόν ή το μέλλον.
Ένα παιδί που ψάχνει τον αληθινό γονιό του («Κλωστοϋφαντουργείον ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ», «Το παλιό πανωφόρι», «Νίκολας ή Νικ», «Πατρός αγνώστου»), ένας ερωτευμένος καλόγερος («Πάσχα στο νησί των γιασεμιών», «Ένοχα μυστικά», «Το αμάρτημα του μοναχού»), μια γάτα που ζει στο δρόμο («Οι αδέσποτες κυράδες των Αθηνών», «Τζόαν, μια κυρία με γούνα») είναι μερικά από τα πρόσωπα που μπαινοβγαίνουν στα διηγήματα ξανά και ξανά, καθώς η συγγραφέας έχει στρατηγικά επιλέξει να επιστρέφει στην ίδια αρχέτυπη ιστορία μέσα από διαφορετικά διηγήματα. Οι λεπτές διαφοροποιήσεις αφορούν είτε το χρόνο, είτε τα πρόσωπα, αποκαλύπτοντας τις αντανακλάσεις του δράματος. Οι ήρωές της είναι ένοχοι και ταυτόχρονα αθώοι και αυτό που τους αθωώνει είναι η απάρνηση του ονείρου που τόσο επίμονα αποζητούν.
Το όνειρο προτάσσεται στον αντίποδα μιας φθαρτής πραγματικότητας. Είναι όλα υποσχέσεις μέσα από τις οποίες η ελπίδα αναβιώνει το απραγματοποίητο. Οι πρωταγωνιστές της διεκδικούν το αιώνιο μέσα από καταστάσεις όπως η ανάσταση των νεκρών («Νυχτερινή πτήση»), η μελλοντική απόψυξη ενός ζωντανού σώματος («Αυτόματος πιλότος βιοδιάσπασης»), η συγγραφή ενός αριστουργηματικού βιβλίου («Ας κάμουνε!»), η απόκτηση άφθαρτης ύλης («Η μαγεία του χρυσού»). Φθαρτοί, υλικά και συναισθηματικά, εγκιβωτίζουν την ελπίδα στα όρια της ύπαρξης τους, μέχρις ότου συναντήσουν το θάνατο του ίδιου του ονείρου.
Ένας άλλος κοινός τόπος των διηγημάτων είναι η απώλεια. Κάποτε αφορά τις ρίζες, άλλοτε έναν έρωτα και συχνά την ίδια τη ζωή. Η ορφάνια («Το παλιό πανωφόρι», «Πατρός αγνώστου»), η αμφισβήτηση της πατρότητας («Νίκολας ή Νικ», «Ας κάμουνε») και η προσφυγιά («Δρίμακος Ο πρώτος επαναστάτης δούλος», «Η κυρά Μαρία η Κωνσταντάραινα») προβάλλονται συχνά ως εκφάνσεις απώλειας της ταυτότητας. Οι ήρωες αποζητούν την πατρική ύπαρξη, καθώς μόνο αυτή μπορεί να τους χαρίσει μια ζωή πέρα από τις δανεικές αλήθειες. Παλεύοντας να ριζώσουν, οδηγούνται σ’ ένα μετέωρο βήμα που τελικά τους αφήνει εκτεθειμένους στο κενό. Η απουσία ενός γονέα ή ενός γενέθλιου τόπου μετουσιώνεται σε μια αγωνιώδη διαδρομή που αργά ή γρήγορα τους οδηγεί στο χώρο του φαντασιακού ή της ματαίωσης.
Οι πτυχές της απώλειας είναι πολλαπλές και ξεδιπλώνονται με αντικατοπτρισμούς του ενός προσώπου στο άλλο. Η απώλεια ενός γονιού για το παιδί είναι απώλεια ενός έρωτα για τη μητέρα («Το μυστικό της Ευανθίας), όπως και η απώλεια της ζωής μιας «δυνητικής» μητέρας είναι απώλεια ζωής για το παιδί («Ένα επείγων περιστατικό»). Και τι αλήθεια απομένει από έναν σοφό που έχει χάσει τη γνώση του («Κουβέντα μ’ ένα σοφό ή Ανασφάλειες καθημερινού ανθρώπου»); Ο φόβος, απαντάει η Ελένη Χωρεάνθη. Φορτωμένοι με το φόβο του κενού οι πρωταγωνιστές του βιβλίου αποδεικνύονται γυμνοί κάτω από τον προβολέα της αλήθειας.
Η διττή υπόσταση της γραφής, ως τρόπος έκφρασης αλλά και ως φορέας μνήμης, αναδεικνύεται περίτεχνα μέσα από το μωσαϊκό των ιστοριών. Τα απαρνημένα αισθήματα κρύβονται σε χαρτάκια στις τσέπες ενός παλτό («Το παλιό πανωφόρι», «Τζόαν, μια κυρία με γούνα»), σε γράμματα («Το μυστικό της Ευανθίας») ή σε θαμμένα ημερολόγια («Ας κάμουνε»). Οι λέξεις γίνονται μια γέφυρα που συνδέει το παρόν με τα ένοχα μυστικά του παρελθόντος και ανά πάσα στιγμή μπορούν να θρυμματίσουν τη σαθρή βεβαιότητα της ζωής ως παρελθοντικό βίωμα. Για να ξεφύγουν από το οδυνηρό παρόν τους οι ήρωες, συχνά καταφεύγουν στη συγγραφή αποζητώντας την επίπλαστη αίσθηση αιωνιότητας που φαντασιακά δημιουργεί το «υπερφίαλο εγώ» ενός επίδοξου συγγραφέα («Νίκολας ή Νικ», «Ας κάμουνε») ή απλά ένα ταξίδι με τα φτερά της δημιουργίας («Το σχολείο των πουλιών»). Άλλες φορές πάλι με το όνομά τους σε μια κάρτα προκαλούν το μέλλον αποζητώντας έναν έρωτα («Ένοχα μυστικά», «Νόνη από Εινώνη») ή έναν άγνωστο πατέρα («Κλωστοϋφαντουργείον ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ»).

Ελένη Χωρεάνθη
Καθώς η ανάγνωση προχωρά, πληθαίνουν τα σημειολογικά στοιχεία που ξετυλίγουν το κουβάρι μιας κοινής οπτικής. Η ζωή κυλάει σε τραίνα, βαγόνια, λεωφορεία παρατηρώντας τον εαυτό της ή αναζητώντας το μοιραίο σε απροσδόκητες συναντήσεις, «ίσαμε ν’ ακουστεί από μικροφώνου: Τερματικός Σταθμός. Παρακαλούνται οι επιβάτες να αποβιβαστούν». Δεν έχει σημασία ο σταθμός, σημασία έχουν οι ιστορίες που κυλάνε στις ράγες του, καθώς τα πρόσωπα του βιβλίου με βήματα σιωπηρά τελικά δεν φτάνουν σε έναν τερματικό σταθμό αλλά στο προσωπικό τους χάος. Αποκορύφωση αυτής της κίνησης είναι η άφιξη στη νέα πατρίδα-ευεργέτη («Νίκολας ή Νικ», «Τα «θέλω» του Κίμωνα Ροδίνη», «Το παλιό πανωφόρι»).
Η Χίος απαντάται ως τόπος μνήμης μέσα από κείμενα που αφηγούνται την ιστορία του νησιού και των ανθρώπων της («Πάσχα στο νησί των γιασεμιών», «Το δαχτυλίδι του μονομάχου», «Δρίμακος Ο πρώτος επαναστάτης δούλος», «Η κυρά Μαρία η Κωνσταντάραινα»). Η Χίος είναι οι νέες ρίζες, ευλογημένα χώματα που δέχθηκαν δούλους και πρόσφυγες για να τους προσφέρουν μια νέα πατρίδα. Υπό τη φιλόξενη στέγη μιας φύσης που περικλείει το θείο, τα θαύματα βλασταίνουν και το μεγαλύτερο από όλα, η ζωή, βρίσκει τον προορισμό της μέσα στους αιώνες.
Οι λυρικές καταβολές της Ελένης Χωρεάνθη δεν κρύβονται. Η ποίηση είναι παρούσα μέσα από τραγούδια, ποιήματα και ονειρικές περιγραφές. Οι κορυφώσεις είναι απαλές, όπως ακριβώς είναι και η ζωή στην καθημερινότητά της. Πίσω τους διακρίνεται μια θλίψη για τις μικρές ή μεγάλες ματαιώσεις. Συχνά η συγγραφέας με πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, που ρέουν με την ίδια ευκολία που ρέει μια σκέψη, μας κάνει κοινωνούς απόκρυφων συλλογισμών και μυστικών συνεπαγωγών. Άλλοτε πάλι, με τριτοπρόσωπες αναφορές, μας τοποθετεί στη θέση του παρατηρητή, εκεί όπου ο εσωτερικός κόσμος των ηρώων με πληθωρικές περιγραφές και μεταφορές αντανακλάται στον εξωτερικό κόσμο.
Αν και τα πρόσωπα του βιβλίου έρχονται από «ένα μακρινό, θαμμένο στην ομίχλη παρελθόν», τελικά πορεύονται προς το «ακρότατο σημείο του καθορισμένου χρόνου», πληρώνοντας ένα τίμημα ακριβό για το αναφαίρετο δικαίωμα στην ύπαρξη. Όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά μοιάζουν να ψιθυρίζουν στον αναγνώστη: «Αυτή είμαι κύριε…, πίσω από το λουστραρισμένο πορτρέτο η… Και το επίθετό μου δανεικό είναι. Δες με καλά. Μπορείς να με δεχτείς όπως είμαι με τις πληγές, τις γάζες και τους επιδέσμους; Ευχαριστώ».

Δημοσιεύθηκε στο fractal στις 27 Απριλίου 2021

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου